Ο Φ. Σιούμπουρας αναρωτιέται "Νέο δίπολο και εκλογές πρόωρες (;)"

Δημοσιεύτηκε: 06/12/2016 - 21:07

Του Φώτη Σιούμπουρα

«Το πρόγραμμα δεν βγαίνει. Έχουμε κουραστεί με όλο αυτό. Αν παραμείνουμε στην εξουσία για πολύ ακόμη, πάμε για συντριβή».

Η εκτίμηση αυτή κορυφαίου υπουργού, λίγες ώρες πριν από τη συνεδρίαση του Eurogroup, στο οποίο θα κριθεί αν έχει ολοκληρωθεί η δεύτερη αξιολόγηση του ελληνικού προγράμματος στήριξης και αν θα ληφθούν οι πρώτες αποφάσεις για την ελάφρυνση του ελληνικού χρέους, είναι χαρακτηριστική του κλίματος που επικρατεί τώρα στην κυβέρνηση.

Και δεν είναι ο μόνος υπουργός που κάνει την εκτίμηση αυτήν. Και κυβερνητικοί βουλευτές, υπερπιεσμένοι από ψηφοφορίες που έχουν γίνει εφιάλτης τους, αρχίζουν να ψιθυρίζουν: «Να φύγουμε, να τελειώνουμε».

Όμως, μπορεί η πιθανότητα πρόωρων εκλογών, που πέταξε στο τραπέζι πριν από μέρες ο πρωθυπουργός, λίγο προτού φύγει για την Αβάνα, και, εμμέσως πλην σαφώς, επανέλαβε ο κ. Τσακαλώτος, συνδυάζοντάς τη με το ενδεχόμενο μη αξιολόγησης, να τροφοδότησε την ειδησεογραφία, αλλά η όλη συζήτηση δεν είναι παρά η συνήθης εν Ελλάδι εκλογολογία.

Στις συζητήσεις, δε, που γίνονται τελευταίως πίσω από τις κλειστές πόρτες του Μεγάρου Μαξίμου, στις συνεδριάσεις του λεγόμενου «πρωινού καφέ», εκείνο που κυριαρχεί είναι το όραμα –όπως το ονομάζουν– του πρωθυπουργού. Πώς, δηλαδή, θα κυβερνήσει όσο περισσότερο χρόνο μπορεί, εξορκίζοντας τις πρόωρες εκλογές και δημιουργώντας ένα νέο δίπολο: του ΣΥΡΙΖΑ (Κεντροαριστερά) και της Νέας Δημοκρατίας (Κεντροδεξιά) του Κυρ. Μητσοτάκη.

Στο Μαξίμου, λένε τώρα με σιγουριά ότι η Κεντροαριστερά είναι ο ΣΥΡΙΖΑ και επικεφαλής της ο Αλ. Τσίπρας. Αυτή η σιγουριά βασίζεται στις μυστικές κυλιόμενες δημοσκοπήσεις που έχει παραγγείλει το Μέγαρο Μαξίμου, σύμφωνα με τις οποίες (όπως τουλάχιστον τις «διαβάζει» ο κ. Τσίπρας) τα περισσότερα κόμματα της Κεντροαριστεράς δεν πιάνουν (με τα σημερινά δημοσκοπικά δεδομένα) το εκλογικό όριο ώστε να εισέλθουν στη Βουλή. Τόσο σίγουρος είναι γι’ αυτό, ώστε, όπως λένε, δεν άκουσε καν τις εισηγήσεις συνεργατών του κατά τον ανασχηματισμό, να κάνει περαιτέρω άνοιγμα προς το ΠΑΣΟΚ, και «εξεδίωξε» όλους τους ΠΑΣΟΚογενείς υπουργούς του από την κυβέρνηση, πλην του Π. Κουρουμπλή και του φίλου του Χρ. Σπίρτζη.

Προσβλέποντας, λοιπόν, στην παγίωση αυτών των τάσεων, η κυβέρνηση ακολουθεί έναν πολιτικό σχεδιασμό που προβλέπει πλήρη εφαρμογή του δικού της μνημονίου, κλείσιμο των μετώπων με τους δανειστές και μετάθεση των εκλογών σε βάθος χρόνου, «όταν οι συνθήκες θα είναι κατάλληλες», ώστε και ως δεύτερο κόμμα ο ΣΥΡΙΖΑ να παίξει «ρόλο πρωταγωνιστή».

Γι’ αυτό και ο Τσίπρας όχι μόνο δεν συγκρούεται με την ΕΕ, αλλά, αντιθέτως, συμπεριφέρεται ως απολύτως νομιμόφρων συνομιλητής. Αν ο κ. Τσίπρας ήθελε πράγματι να προχωρήσει σε ρήξη, θα μπορούσε να το κάνει πέρυσι το καλοκαίρι. Τότε ο ίδιος είχε πει ότι κάτι τέτοιο θα ισοδυναμούσε με «τίναγμα της χώρας στον αέρα», το οποίο δεν θα μπορούσε να διαχειριστεί.

Αν αυτό ίσχυε τότε, ασφαλώς σε μεγαλύτερο βαθμό ισχύει και τώρα. Έτσι, μια «ηρωική έξοδος» αυτήν τη στιγμή θα ισοδυναμούσε με παραδοχή διαχειριστικής αδυναμίας και θα είχε στόχο όχι την εκλογική ανατροπή, αλλά την ελεγχόμενη ήττα.

 

Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα Παρασκήνιο το Σάββατο 3/12