Απολογία Εφραίμ: Αμαρτωλός είμαι, απατεώνας δεν είμαι, πάλι το ίδιο θα έκανα

Δημοσιεύτηκε: 17/11/2016 - 23:16

Στην τελική ευθεία μπαίνει η δίκη για την υπόθεση της παραχώρησης της λίμνης Βιστωνίδας, με τις καταθέσεις του ηγούμενου Εφραίμ και του μοναχού Αρσένιου. Στην κατάθεσή του ο ηγούμενος υποστήριξε πως και τώρα «πάλι το ίδιο θα έκανε» από «σεβασμό στην παράδοση» καθώς όλοι στο Άγιο Όρος, αλλά και το Πατριαρχείο, τους έλεγαν να μεριμνήσουν «για το Μετόχι» της μονής.

Οι δύο μοναχοί, με τις καταθέσεις των οποίων κλείνει ο κύκλος των απολογιών των κατηγορουμένων στη δίκη για τις αποκαλούμενες «ιερές ανταλλαγές» μεταξύ Δημοσίου και μονής Βατοπεδίου, υποστήριξαν ότι «δεν είμαστε απατεώνες, βασιλεύει στην καρδιά μας πως η λίμνη είναι της μονής Βατοπεδίου».

«Αμαρτωλός είμαι, απατεώνας δεν είμαι. Στην καρδιά μου βασιλεύει ότι η λίμνη ανήκει στην μονή» είπε απολογούμενος ο ηγούμενος Εφραίμ, που αναφερόμενος στην υπόθεση υποστήριξε πως και τώρα «πάλι το ίδιο θα έκανε» από «σεβασμό στην παράδοση» καθώς, όπως τόνισε, όλοι στο Άγιο Όρος, αλλά και το Πατριαρχείο, τους έλεγαν να μεριμνήσουν «για το Μετόχι» της μονής.

«Από την πρώτη στιγμή που αναλάβαμε, βρίσκαμε διάφορες εικόνες από δω και από εκεί. Αρχίσαμε το έργο μας που ήταν επίπονο. Το Βατοπέδι ήταν ένα έρημο μέρος. Τότε οι γέροντες μας είπαν -και σε μένα έλεγαν- ότι πρέπει να εξασφαλίσετε το μετόχι σας στο Πόρτο Λάγος.

»Εγώ είχα πάντοτε σεβασμό στην παράδοση. Κάλεσα τον προϊστάμενο των υπηρεσιών που είχε την αρμοδιότητα για το αγιορείτικο αρχείο και του είπα να κοιτάξει τι έγγραφα και αποδεικτικά στοιχεία έχουμε για την κυριότητα της μονής στη λίμνη Βιστωνίδα. “Εγώ ως επιστήμονας, μου είπε, συνάγω πως η λίμνη είναι της μονής”.

»Πήγα και στο Πατριαρχείο και μου είπαν ότι θα πρέπει να μεριμνήσουμε για τη διεκδίκηση της λίμνης Βιστωνίδας. Επίσης και η ιερά κοινότητα έστειλε επιστολή, ότι καλώς κάνει η μονή που διεκδικεί τη λίμνη Βιστωνίδα. Και τώρα αν μπορούσα να κάνω, πάλι τα ίδιο θα έκανα…».

Ο ηγούμενος Εφραίμ υποστήριξε πως ο μοναχός Αρσένιος δεν φέρει ευθύνη, καθώς εκτελούσε αποφάσεις της Γεροντίας, ενώ τόνισε πως είχαν χρέος να εξασφαλίσουν την περιουσία της μονής.

Τόνισε ότι διαβάζοντας το κατηγορητήριο «πληγώθηκε», διότι κατηγορήθηκε ότι έπεισε «κρατικούς αξιωματούχους ότι η λίμνη είναι της μονής. Αν δεν το έκανα, θα έκανα απιστία στη συνείδησή μου. Ήταν χρέος μας να εξασφαλίσουμε την περιουσία της μονής», τόνισε.

Μεταξύ άλλων είπε επίσης ότι στο πλαίσιο της υπόθεσης της λίμνης, θέμα «που ήταν επί τεσσάρων κυβερνήσεων, δύο επί ΠΑΣΟΚ και δύο επί ΝΔ», είδε τους τότε υπουργούς Απόστολο Φωτιάδη επί κυβέρνησης ΠΑΣΟΚ και τους Πέτρο Δούκα, Σάββα Τσιτουρίδη και Ευάγγελο Μπασιάκο επί Νέας Δημοκρατίας.

Κατά τον ηγούμενο Εφραίμ, αυτό που ενδιέφερε τους μοναχούς της μονής Βατοπεδίου ήταν «η μονή να έχει παρουσία στην περιοχή και για εθνικούς λόγους. Φάνηκε η ανταλλαγή να ήταν κρυσταλλωμένη απόφαση της κυβέρνησης, γιατί δεν ήθελε να ακούσει άλλη συζήτηση».

Ανέφερε ότι οι φορείς δεν συμφωνούσαν ότι η λίμνη ήταν της μονής και «γι’ αυτό και έβαλαν ως όρο, οι ανταλλαγές των ακινήτων να ήταν εκτός των Νομών Ροδόπης και Ξάνθης. Αυτό δεν ήταν πρωτοβουλία της μονής, ούτε το διανοηθήκαμε ποτέ. Εμείς είχαμε συνδεθεί πολύ με την περιοχή και μέσω του μετοχίου, γι’ αυτό και δεν θα ζητούσαμε ποτέ να φύγουμε από εκεί».

Μάλιστα ανέφερε ότι «ο κ. Μπασιάκος ήταν ρητός και κατηγορηματικός πως ήταν κυβερνητική απόφαση η ανταλλαγή και μας είπε να πάμε στην ΚΕΔ γιατί σιγά -σιγά θα προετοιμαστεί αυτό το πράγμα. Πήγαμε στην ΚΕΔ. Σε κάποια συμβόλαια, στην υπογραφή τους, πήγα εγώ, σε κάποια άλλα άλλοι πατέρες. Το που θα ήταν τα ακίνητα δεν είχαμε κανένα λόγο.

»Ο Αρσένιος μου μετέφερε που ήταν τα ακίνητα, αλλά εμείς δεν είχαμε κανένα λόγο γιατί είχαμε εμπιστοσύνη στο ελληνικό Δημόσιο. Μετά την υπογραφή των συμβολαίων πήγαμε στη διαδικασία επιστροφής των εκτάσεων. Δεν θέλαμε να σκανδαλίσουμε τον κόσμο».

Σε ερώτηση του προέδρου του δικαστηρίου για τις μεταβιβάσεις ολυμπιακών ακινήτων, ο ηγούμενος Εφραίμ είπε ότι «αυτό ήταν ένα μεγάλο γεγονός. Τα ακίνητα που έλαβε η μονή έγιναν γνωστά, υπήρξε αντίδραση όπως τα οικόπεδα στο Ωραιόκαστρο και την Καρδία, όπου προκλήθηκαν αντιδράσεις από τον τότε νομάρχη Ψωμιάδη και τους δημάρχους. Τότε πήγαμε στην ΚΕΔ και μας είπαν ότι υπάρχουν τρία άλλα ακίνητα.

»Για το Ολυμπιακό ακίνητο μας είπαν ότι είχε κάποια προβληματάκια, αλλά η συζήτηση ήταν να φύγουμε από τις περιοχές που είχαν ξεσπάσει οι αντιδράσεις να λυτρωθούμε και θα τα δούμε τα προβληματάκια στο Ολυμπιακό. Απαιτείτο 15 και 25 εκατομμύρια για την επισκευή του, οπότε ενημερώσαμε την ΚΕΔ ότι προτιθέμεθα να πουλήσουμε το ακίνητο. Τελικά βρέθηκε αγοραστής. Το τίμημα ήταν 41 εκατομμύρια ευρώ. Στα νομικά και τα οικονομικά θέματα είχαμε πάντοτε συμβούλους».

Για τις μεταβιβάσεις ακινήτων στη Θεσσαλονίκη και την Καρδία, υποστήριξε ότι δεν ήξερε. «Είχαμε εμπιστοσύνη στους συμβούλους μας», είπε.

Κλείνοντας την απολογία του είπε:

«Έρχεται το κατηγορητήριο να μου πει στην ουσία ότι είμαι ένας απατεώνας. Αμαρτωλός είμαι απατεώνας όχι. Θέλαμε όλα τα ζητήματα να τα λύνουμε συμβιβαστικά. Πάμε εκεί με αφοσίωση και με γνώμονα την ακτημοσύνη και μας λένε ότι πήγαμε να κλέψουμε το κράτος; Εμείς οι μοναχοί είμαστε διδάσκαλοι του έθνους για μία ζωή. Για όλες τις νομικές ενέργειες ακολουθούσαμε την άποψη των νομικών μας συμβούλων».

Τέλος στην ερώτηση του εισαγγελέα αν η μονή ήταν πίσω από άλλες εταιρείες, όπως η Ρασαντέλ, ο Εφραίμ υποστήριξε ότι το «μοναστήρι είχε πολύ μεγάλες ανάγκες. Ζητούσαμε από τους συμβούλους μας με νόμιμο τρόπο να διενεργήσουμε όλα αυτά για να καλύψουμε τις ανάγκες μας. Αυτά μας είπαν οι σύμβουλοί μας, αυτά κάναμε».

Ο Αρσένιος

Ο δεύτερος τη τάξει στη μονή Βατοπεδίου, μοναχός Αρσένιος, υπεραμύνθηκε της ιδιοκτησίας του μοναστηριού επί της λίμνης, επικαλούμενος τα χρυσόβουλα, αλλά και επισημαίνοντας πως και το ίδιο το Ελληνικό Δημόσιο είχε παραιτηθεί από κάθε δικαίωμά του από το 1924.

Επανέλαβε τα επιχειρήματα του ηγούμενου Εφραίμ, περί προτροπών του Πατριαρχείου και των σχέσεων της μονής με πολιτικούς και πρωθυπουργούς.

Υποστήριξε ότι «κανένας δεν μπορούσε να φανταστεί τον ορυμαγδό των δημοσιευμάτων το 2008. Εμείς πάντα με καλή πίστη προσπαθούσαμε να βρούμε λύση, βάσει του πώς το ελληνικό Δημόσιο θέλει να αντιμετωπίσει αυτό το θέμα. Και εκεί, ενώ περιμένουμε μία πρόταση για να κρατήσουμε τη διαχείριση, ακούμε ότι “εσείς πρέπει να φύγετε”. Και μάθαμε λίγο αργότερα ότι ο τρόπος αυτός είναι οι ανταλλαγές, γιατί δεν υπήρχαν χρήματα για να γίνουν οι αποζημιώσεις. Δεν μας άρεσε από την αρχή η ιδέα της ανταλλαγής».

Επέρριψε και αυτός ευθύνες στον Ευάγγελο Μπασιάκο, λέγοντας ότι τους είπε ότι ήταν κυβερνητική απόφαση η επιλογή της λύσης των ανταλλαγών.

«Θεωρήσαμε αναγκαίο να κάνουμε έναν έλεγχο των ακινήτων, μήπως υπήρχαν περιπτώσεις ακινήτων που είχαν δοθεί σε άλλον ή να πήγαινες να το δεις από κοντά και να είχε χτίσει κάποιος άλλος μέσα. Για τα συμβόλαια επιλέξαμε τον κ. Πελέκη. Εντιμότατος άνθρωπος ο οποίος ήταν και στον Σύλλογο Φίλων του Αγίου Όρους», συμπλήρωσε.

Σύμφωνα με τον μοναχό Αρσένιο, οι εκπρόσωποι όλων των κυβερνήσεων, «και ο Μητσοτάκης και ο Σημίτης και ο Ανδρέας Παπανδρέου, πάντα με κάποια στοργή μας προστάτευαν. Δεν προβάλαμε συγκεκριμένες αξιώσεις. Θα δεχόμαστε οποιαδήποτε πρόταση του Δημοσίου για τον περιορισμό των ακινήτων. Μετά την ανταλλαγή των ακινήτων αποφασίσαμε να τα αξιοποιήσουμε».

Συγκατηγορούμενοι των δύο μοναχών στην υπόθεση, μεταξύ άλλων, είναι η συμβολαιογράφος Κατερίνα Πελέκη, οι δικηγόροι Διονύσης και Δημήτρης Πελέκης, πατέρας και αδελφός της κατηγορουμένης, ο πρώην πρόεδρος και ο πρώην διευθύνων σύμβουλος της Κτηματικής Εταιρίας του Δημοσίου, Πέτρος Παπαγεωργίου και Κωνσταντίνος Γκράτσιος, ο πρώην γενικός γραμματέας του υπουργείου Γεωργίας, Κωνσταντίνος Σκιαδάς, η πρώην διευθύντρια του υπουργείου Ανάπτυξης, Σταματούλα Μαντέλη, ο πρώην αντιπρόεδρος και μέλη του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους κ.ά.

* Η δίκη στο Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων θα συνεχιστεί στις 15 Δεκεμβρίου.